Στη ράχη του ουρανού, εκεί που σμίγουν οι ορίζοντες της Κέρκυρας με το άπειρο, δεσπόζει ο Υψηλός Παντοκράτορας — όχι μόνο ως το ψηλότερο σημείο του νησιού, αλλά και ως σημείο συνάντησης ουρανού και ανθρώπινης προσευχής. Είναι ο τόπος όπου η πέτρα αγκαλιάζει την πίστη, το λιτό αγιορείτικο περίγραμμα γίνεται καταφύγιο ψυχής και το βλέμμα απλώνεται απέραντο πάνω από θάλασσες και χωριά, αγγίζοντας κάτι από το μυστήριο της δημιουργίας.
Η Ιερά Μονή Παντοκράτορος Υψηλού, στη ρίζα της ιστορίας του τόπου, είναι η ζωντανή καρδιά ενός τόπου ιερού για τους Κερκυραίους. Εκεί όπου οι θρύλοι των παλιών συνομιλούν με την απλότητα του προσκυνητή, εκεί όπου κάθε πέτρα, εικόνα και τοιχογραφία αφηγείται τη δική της ιστορία πίστης και μνήμης.
Κάθε Αύγουστο — αλλά και κάθε φορά που κάποιος ανεβαίνει— ο τόπος γίνεται τόπος τάματος, αναζήτησης, προσευχής. Εκεί όπου η ανάβαση δεν είναι απλώς πορεία στο βουνό, αλλά δρόμος καρδιάς, μνήμης και παράδοσης. Στον Παντοκράτορα της Κέρκυρας δεν φτάνεις απλώς. Ανέρχεσαι.
Στο υψηλότερο σημείο της Κερκύρας, σε υψόμετρο 917 μέτρων, στέκεται αγέρωχη η Ιερά Μονή Παντοκράτορος Υψηλού ως άλλη Πύλη του Ουρανού. Το όρος στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ιστόνη, σήμερα Παντοκράτωρ, όνομα που έλαβε προς τιμήν της μονής που στερεώθηκε στην κορυφή του. Το ιστορικό και επιβλητικό μοναστήρι, μέσα σε λιτό και άγριο περιβάλλον, επιβλέπει όλο το νησί.
Ιδρύθηκε το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, όπως μαρτυρείται από περγαμηνή του 1347, η οποία διασώζεται στο Ιστορικό Αρχείο Κερκύρας. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι οι κάτοικοι είκοσι τριών χωριών (Ομαλής, Επισκέψεως, Σγουράδων, Στρινίλα, Λαυκίου, Σπαρτύλα, Μιχαλακάδων, Θεωνιδών, Σωκρακίου, Ζυγού, Ρόδας, Κληματιάς, Βαλανείου, Περατικάδων, Κυπριανάδων, Αγίων Δούλων, Προμαχηδίου, Νυμφών, Βαρίας, Ξαρηχάδων και Λευκοράχης) συνέδραμαν στην ανέγερση του Ιερού Ναού. Επίσης αναφέρει ότι όλοι οι κάτοικοι εργάσθηκαν με θέληση και προθυμία, αφιέρωσαν στο μοναστήρι για ψυχική τους ωφέλεια κτήματα, δένδρα, ζώα, ακόμα και προσωπική διακονία. Το κείμενο υπογράφει ο Ιερομόναχος Άνθιμος, ίσως ο πρώτος ηγούμενος της Ιεράς Μονής.
Το δεύτερο ιστορικό έγγραφο, το οποίο αναφέρεται στη μονή, είναι πρωτοπαπαδική συμβολαιογραφική πράξη του 1689. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, και κατά παράδοση, το μοναστήρι οικοδομήθηκε από κάποιον χωρικό από το Σωκράκι, ονόματι Σελλάρη. Αυτός, σε χώρο όπου είναι σήμερα κτισμένο το συγκρότημα, ανακάλυψε πέτρινη πλάκα όπου ήταν χαραγμένη η Μεταμόρφωση του Χριστού και, θεωρώντας το ως Θεία Θέληση και Ενέργεια, ανέλαβε την ανέγερση ναού.
Η Ιερά Μονή, σύμφωνα με το καθεστώς της εποχής, ήταν συναδελφική. Οι συναδελφοί, υπό την έγκριση της εκάστοτε ανωτέρας εκκλησιαστικής αρχής, είχαν την ευθύνη της διαχείρισης και συντήρησης του Ναού και των γύρω από αυτόν κτισμάτων. Από τα χωριά που συνέβαλαν στην οικοδόμηση του ναού, μόνον δέκα ήσαν συναδελφοί. Απόδειξη αυτού ότι καθεμία από τις αψίδες του κτιρίου, στη νότια πλευρά του συγκροτήματος, αντιστοιχούσε σε μία από αυτές. Οι αψίδες (κελιά) χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα, κυρίως κατά το εξαήμερο από 1ης έως 6ης Αυγούστου, οπότε πανηγυρίζει η Ιερά Μονή.
Το ιδιότυπο, ιδιόρρυθμο αλλά και σωτήριο αυτό καθεστώς της ενετοκρατίας παρέμεινε έως το 1953. Τότε, με τη σύμφωνη γνώμη των κοινοτήτων, παραχωρήθηκε εξ ολοκλήρου στη Ιερά Μητρόπολη Κερκύρας και Παξών. Σήμερα βρίσκεται υπό την ποιμαντική ευθύνη του αιδεσιμολογιότατου πρωτοπρεσβύτερου Ιωάννη Σαλβάνου αρχιερατικού επιτρόπου ΒΑ συγκροτήματος Δήμου Βόρειας Κέρκυρας Κερκύρας.
Η Ιερά Μονή Υψηλού Παντοκράτορος επί επτά αιώνες ακτινοβολεί ακαταπαύστως τη δόξα του Παντοκράτορος Χριστού. Χώρος ασκήσεως και προσευχής, ησυχίας και αυτογνωσίας. Ακόμη και σήμερα αποτελεί το σήμα κατατεθέν της ευρύτερης εκκλησιαστικής ζωής του όρους, τόπος αγαπητός σε πολλούς Κερκυραίους.
Το μοναστήρι, από κτίσεώς του, είναι ζωσμένο με ιστορίες, θρύλους, με πολλά λαογραφικά και εθιμικά στοιχεία και αποτελεί μοναδικό αρχιτεκτονικό και καλλιτεχνικό μνημείο, σπουδαίο τμήμα της εκκλησιαστικής και πολιτιστικής ιστορίας και κληρονομιάς του νησιού. Αρχαιότερο και σημαντικότερο από τα κτίριά του είναι το Καθολικό του. Κτίσμα πιθανότατα των αρχών του 14ου αιώνα, είναι μονόχωρο με ημικυλινδρική στέγη, μικρό νάρθηκα και γυναικωνίτη επάνω από αυτόν.
Το τέμπλο, κατασκευασμένο το 1771, έχει τρεις σειρές εικόνων επενδυμένες με ασήμι. Εντυπωσιακό είναι το μαρμάρινο προσκυνητάρι, μεγάλων διαστάσεων συγκριτικά με τον υπόλοιπο ναό. Η εικόνα του Παντοκράτορος είναι τοιχογραφία και καλύπτεται με ασημένιο «πουκάμισο» από τέσσερα κομμάτια. Απέναντι από αυτό υπάρχει μικρότερο προσκυνητάρι με την εικόνα του Προφήτου Ηλιού.
Το Καθολικό είναι από τους λίγους ναούς που διασώζει σε καλή κατάσταση τοιχογραφίες που χρονολογούνται από τον 14ο έως τον 18ο αιώνα. Οι τοιχογραφίες στον κυρίως ναό διαιρούνται σε τρεις ζώνες. Η πρώτη περιλαμβάνει χριστολογικά και θεομητορικά θέματα, η δεύτερη είκοσι οκτώ στηθάρια Αγίων και η τρίτη ολόσωμους αγίους. Στην κόγχη του Ιερού Βήματος είναι ζωγραφισμένη η Παναγία στον τύπο της Βλαχερνίτισσας. Πολλά λειτουργικά αντικείμενα, κατασκευασμένα από ασήμι — κυρίως κερκυραϊκών εργαστηρίων — τάματα πιστών που εκδηλώνουν τις ευχαριστίες ή τις παρακλήσεις τους, είναι θησαυρισμένα εδώ από αιώνες.
Το μοναστηριακό συγκρότημα περικλείεται από υψηλό τοίχο. Επάνω από την κεντρική είσοδο υψώνεται το καμπαναριό. Περιμετρικά υπάρχουν διάφορα βοηθητικά κτίσματα. Τα κελιά είναι ενωμένα με το Καθολικό σε δύο επίπεδα, με αποτέλεσμα εξωτερικά να φαίνεται ότι είναι τρίκλιτος. Στο νότιο μέρος του συγκροτήματος είναι κτισμένες οι ξακουστές αψίδες (καμάρες), δέκα τον αριθμό, όπως ήδη αναφέρθηκε. Επίσης, μέσα στον χώρο της μονής, ξένη προς το περιβάλλον και προς την ιερότητα του χώρου, είναι τοποθετημένη από το 1971 η κεραία της ΕΡΤ.
Η Ιερά Μονή εορτάζει και πανηγυρίζει στις 6 Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού. Από τα μέσα του Ιουλίου, όμως, ο Κερκυραίος αρχίζει να εκπληρώνει το τάμα του, το προσκύνημα στον Υψηλό Παντοκράτορα. Από 1ης έως 6ης Αυγούστου, το μοναστήρι σφύζει από ζωή. Ημέρα και νύχτα ανεβοκατεβαίνουν πιστοί διαφόρων ηλικιών.
Παλαιότερα, ομάδες ανθρώπων από την πόλη και τα χωριά ξεκινούσαν βράδυ, που έχει δροσιά, και μέσα από δύσβατα πέτρινα μονοπάτια προχωρούσαν για να φτάσουν με την ανατολή του ήλιου στη μονή, κουβαλώντας τις περισσότερες φορές τα τάματά τους — γλάστρες με μυροβόλους βασιλικούς, τενεκέδες με λάδι, λαμπάδες ίσες με το μπόι τους…
Κι έτσι, κάθε φορά που κάποιος παίρνει τον δρόμο για τον Υψηλό Παντοκράτορα, δεν ανεβαίνει μονάχα ένα βουνό. Διαβαίνει μιαν αθέατη σκάλα πίστης, μνήμης και ευγνωμοσύνης. Ακολουθεί τα χνάρια ανθρώπων που ανέβαιναν νύχτα με τα τάματά τους, τις ελπίδες και τις προσευχές τους, και άφηναν στην κορυφή κάτι πολύτιμο — ένα κομμάτι της ψυχής τους.
Γιατί ο Παντοκράτορας δεν είναι μόνο ένα μοναστήρι στην άκρη του ουρανού. Είναι τόπος συνάντησης με τον Θεό, με τον εαυτό μας και με ό,τι βαθύτερο κρατάει ζωντανή τη μνήμη αυτού του τόπου. Ένα τάμα που παραμένει άσβηστο, όπως και η πίστη των Κερκυραίων.